κεφαλή


κεφαλή
голова

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "κεφαλή" в других словарях:

  • Κεφαλῇ — Κεφαλή fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεφαλῇ — κεφαλή fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κεφαλή — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεφαλή — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεφαλή — Το άνω άκρο του ανθρώπινου σώματος ή το πρόσθιο μέρος του σώματος των ζώων, όπου εδράζεται ο εγκέφαλος, η είσοδος του πεπτικού σωλήνα, τα αισθητήρια όργανα, περισσότερο ή λιγότερο τελειοποιημένα, καθώς και άλλες δομές, όπως οι τρίχες. Η κ. των… …   Dictionary of Greek

  • κεφαλή — η 1. το πάνω μέρος του σώματος του ανθρώπου ή το μπροστινό μέρος του σώματος των ζώων, κεφάλι: Τον χτύπησε στην κεφαλή. 2. αρχηγός: Ο Χριστός είναι η κεφαλή της Εκκλησίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κεφαλώνω — [κεφαλή] 1. εγκαθίσταμαι σε κάποια χώρα ως κυρίαρχος, γίνομαι αφέντης 2. αποκτώ περιουσία με την οποία μπορώ ν αρχίσω δική μου εργασία, ευπορώ 3. σφυροκοπώ την αιχμηρή άκρη καρφιού για να τό πλατύνω και να σχηματίσω κεφαλή …   Dictionary of Greek

  • Κεφαλῆι — Κεφαλῇ , Κεφαλή fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεφαλῆι — κεφαλῇ , κεφαλή fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κεφαλαῖν — Κεφαλή fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεφαλαῖν — κεφαλή fem gen/dat dual (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)